Ανεξαρτησία
Το επίπεδο της εκλαμβανόμενης ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης στην Ελλάδα είναι πλέον μέτριο για το ευρύ κοινό και χαμηλό για τις επιχειρήσεις. Συνολικά, το 43 % του γενικού πληθυσμού και το 33 % των εταιρειών θεωρούν ότι το επίπεδο ανεξαρτησίας των δικαστηρίων και των δικαστών είναι «αρκετά καλό ή πολύ καλό» το 2026.[2] Η αντίληψη του ευρέος κοινού για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης έχει αυξηθεί σε σύγκριση με το 2025 (38 %) και έχει μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με το 2022 (53 %). Η αντίληψη των εταιρειών για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης έχει μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με το 2025 (49 %), καθώς και σε σύγκριση με το 2022 (59 %).
Οι διορισμοί στις ανώτατες θέσεις του δικαστικού συστήματος πραγματοποιήθηκαν βάσει του νέου νομικού πλαισίου με τη συμμετοχή του δικαστικού σώματος. Με βάση τη σημαντική μεταρρύθμιση του 2024,[3] η κυβέρνηση διόρισε, το 2025, τέσσερις αντιπροέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, έναν αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον γενικό εισαγγελέα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς και οκτώ αντιπροέδρους του Ανώτατου Δικαστηρίου. Αυτοί οι διορισμοί χαιρετίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από το δικαστικό σώμα.[4] Τον Ιούνιο του 2026 οι διοικητικές ολομέλειες των τριών ανώτατων δικαστηρίων διεξήγαγαν για δεύτερη φορά τη συμβουλευτική διαδικασία για περαιτέρω διορισμούς.[5] Η κυβέρνηση διόρισε τους υποψηφίους που ήρθαν πρώτοι στην ψηφοφορία του δικαστικού σώματος ως νέο πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου και νέο γενικό εισαγγελέα. Υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ του δικαστικού σώματος, των δικηγόρων και των πολιτικών κομμάτων ότι το νομικό πλαίσιο για τον διορισμό του δικαστικού σώματος θα πρέπει να αναθεωρηθεί περαιτέρω στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, ώστε να συμβάλει στη βελτίωση της δημόσιας τάξης.[6] Σύμφωνα με την πρόταση που κατέθεσε στη Βουλή τον Ιούνιο του 2026 η κυβερνητική πλειοψηφία, η εξουσία λήψης αποφάσεων θα μεταφερθεί από την εκτελεστική εξουσία σε κοινοβουλευτική επιτροπή, η οποία θα διορίζει, με αυξημένες πλειοψηφίες, έναν από τους τρεις υποψηφίους που θα προτείνει η δικαστική εξουσία. Το Ελεγκτικό Συνέδριο και οι δικαστικές ενώσεις πρότειναν στο Κοινοβούλιο να επιλέξει υποψηφίους από κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων που έχουν ελεγχθεί από το δικαστικό σώμα, χρησιμοποιώντας διαφανή κριτήρια, καθώς και ορίζοντας όρια θητείας για τους αντιπροέδρους.[7] Το Συμβούλιο της Επικρατείας προτείνει τη βελτίωση του υφιστάμενου συστήματος καθιστώντας τη γνώμη που εκφράζεται από το δικαστικό σώμα δεσμευτική για την εκτελεστική εξουσία.[8]
Εξακολουθούν να συζητούνται πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου αναμονής των δικαστών μετά τη συνταξιοδότηση. Η κυβέρνηση εξετάζει ένα νομοθετικό πλαίσιο για τις δραστηριότητες των δικαστών μετά τη συνταξιοδότηση βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων και έχει προτείνει τη θέσπιση τριετούς περιόδου αναμονής στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση.[9] Το δικαστικό σώμα υποστηρίζει μια περίοδο αναμονής ως κλειδί για την ανοικοδόμηση της δημόσιας εμπιστοσύνης.[10] Στο πλαίσιο αυτό, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας πρότεινε οι συνταξιούχοι δικαστές να μην μπορούν να αναλαμβάνουν καθήκοντα ασυμβίβαστα με το προηγούμενο δικαστικό καθεστώς τους για περίοδο δύο ετών. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, με τη σειρά του, τάσσεται υπέρ ενός τετραετούς περιορισμού, άποψη την οποία συμμερίζονται και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι.[11]
Η μεταρρύθμιση του Κώδικα Δικηγόρων παραμένει προτεραιότητα για το δικηγορικό επάγγελμα. Η ομάδα εργασίας που συστάθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το 2024 συνεχίζει τις εργασίες της, εστιάζοντας στην πρακτική άσκηση των πτυχιούχων νομικής, στο σύστημα εξετάσεων για ασκούμενους δικηγόρους και σε μέτρα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας της νομικής πρακτικής.[12] Για τους δικηγόρους, οι μεταρρυθμίσεις θεωρούνται επειγόντως απαραίτητες, εστιάζοντας στις αποζημιώσεις, τα εργασιακά δικαιώματα και τα ενημερωμένα επαγγελματικά και ηθικά πρότυπα, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η εισαγωγή, η εξέλιξη της σταδιοδρομίας και τα πειθαρχικά θέματα παραμένουν αποκλειστικά υπό τον έλεγχο του Δικηγορικού Συλλόγου.[13] Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων πρότεινε την τροποποίηση του νομικού πλαισίου ώστε να προβλέπονται κυρώσεις για παράπτωμα δικηγόρου κατά τη διάρκεια των ακροάσεων.[14] Η πρόταση συνάντησε την έντονη αντίδραση των δικηγόρων, οι οποίοι θεωρούν ότι μια τέτοια κίνηση θα μετέφερε τις πειθαρχικές διαδικασίες από τα όργανα των Δικηγορικών Συλλόγων στα δικαστήρια, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της επαγγελματικής αυτορρύθμισης.[15]
Ποιότητα
Τα μεγάλα έργα για τη βελτίωση του επιπέδου ψηφιοποίησης του συστήματος απονομής δικαιοσύνης προχωρούν ικανοποιητικά. Όπως αποτυπώνεται στον πίνακα αποτελεσμάτων της ΕΕ στον τομέα της δικαιοσύνης για το 2026, σημειώνεται περαιτέρω πρόοδος σε ορισμένους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακά συμβατών δικονομικών κανόνων και της χρήσης της ψηφιακής τεχνολογίας από τα δικαστήρια και τις εισαγγελικές αρχές, ενώ ορισμένες ελλείψεις παραμένουν.[16] Η Ελλάδα πραγματοποιεί ολοκληρωμένο ψηφιακό μετασχηματισμό του συστήματος απονομής δικαιοσύνης της μέσω μεγάλων έργων που χρηματοδοτούνται από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, με στόχο την πλήρη εφαρμογή έως το τέλος του 2026.[17] Το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων για την αστική και ποινική δικαιοσύνη έχει ήδη αναπτυχθεί σε όλες τις εισαγγελίες και τα ποινικά δικαστήρια, καθώς και στη συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών δικαστηρίων (96 %). Μια βασική μεταρρύθμιση είναι ο ηλεκτρονικός φάκελος της υπόθεσης, ο οποίος επιτρέπει την ηλεκτρονική κατάθεση και οργάνωση των εγγράφων της υπόθεσης, την πλήρη πρόσβαση στο υλικό της υπόθεσης, την ηλεκτρονική υποβολή και την έκδοση πιστοποιητικών. Η πλήρης ανάπτυξη σε όλους τους κλάδους της δικαιοσύνης αναμένεται έως το τέλος του 2026.[18] Το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Υποθέσεων για τη Διοικητική Δικαιοσύνη αναμένεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία έως τον Σεπτέμβριο 2026, καλύπτοντας ολόκληρη τη διαδικασία του διοικητικού δικαστηρίου. Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναπτύσσει έναν εικονικό βοηθό δικαστή που θα ενσωματωθεί στο ήδη πλήρως λειτουργικό σύστημα διαχείρισης υποθέσεων (από τον Σεπτέμβριο του 2025).[19] Η συλλογή δικαστικών στατιστικών συνεχίζει να βελτιώνεται, ενώ παραμένει ελλιπής.[20] Η πρόσβαση στη νομολογία μέσω των δικτυακών τόπων των δικαστηρίων προχωρά, αν και εξακολουθεί να εξαρτάται από την ανωνυμοποίηση, η οποία αναμένεται να αυτοματοποιηθεί.[21] Η ψηφιοποίηση του συμβολαιογραφικού επαγγέλματος προχωρεί καλά.[22]
Συνεχίζονται οι προσπάθειες για την προώθηση της χρήσης εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Ένα σχέδιο Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών έχει υποβληθεί προς έγκριση από την κυβέρνηση.[23] Άλλα μέτρα περιλαμβάνουν την ενσωμάτωση της διαμεσολάβησης και άλλων μεθόδων επίλυσης διαφορών στα προγράμματα σπουδών των νομικών σχολών και την υποχρεωτική κατάρτιση των δικαστών, παράλληλα με την ψηφιακή αναβάθμιση των κέντρων διαμεσολάβησης και τη σύσταση επιτροπών διαιτησίας στα Εμπορικά Επιμελητήρια του Βόλου και της Αθήνας.[24] Οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων υποστηρίζουν σθεναρά τις προσπάθειες για την προώθηση εναλλακτικών λύσεων επίλυσης διαφορών.[25] Η χρήση της — η οποία είναι προαιρετική — παραμένει περιορισμένη, ιδίως σε διοικητικές διαφορές, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπάρχει δυνατότητα παροχής περαιτέρω κινήτρων.[26]
Η πρόσληψη εισαγγελέων και προσωπικού δικαστικής υποστήριξης, παράλληλα με βελτιώσεις στις κτιριακές υποδομές, αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των ελλείψεων. Η κυβέρνηση λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση της έλλειψης εισαγγελέων, μια πρόκληση που επιδεινώθηκε από τις πρόσφατες δικαστικές μεταρρυθμίσεις, για να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες απαιτήσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων και να ευθυγραμμίσει την Ελλάδα με τη μέση αναλογία εισαγγελέων της ΕΕ κατά κεφαλήν.[27] Τα μέτρα περιλαμβάνουν τη δημιουργία 50 νέων εισαγγελικών θέσεων και την επιτάχυνση της κατάρτισης και της τοποθέτησης νέων εισαγγελέων.[28] Οι ενώσεις δικαστών ζήτησαν τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση των επιπέδων των αμοιβών, επισημαίνοντας την ταχεία αύξηση του κόστους διαβίωσης και την ανάγκη για μισθούς ανάλογους με τη δικαστική λειτουργία.[29] Το προσωπικό υποστήριξης παραμένει ανεπαρκές, συμπεριλαμβανομένων των βοηθών δικαστών, του επιστημονικού προσωπικού και των ειδικών ΤΠ.[30] Παρέχονται κίνητρα για την κάλυψη θέσεων σε δύσκολους τομείς, όπου η υποστελέχωση είναι συχνή. Δημιουργήθηκαν πρόσθετες θέσεις δικαστικών υπαλλήλων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που χρηματοδοτείται μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και εθνικών κονδυλίων για την ανακαίνιση των δικαστικών υποδομών.[31]
Η εφαρμογή του δικαστικού χάρτη στη διοικητική δικαιοσύνη βρίσκεται σε εξέλιξη και υπάρχουν σχέδια για αναθεώρηση του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Η ενοποίηση των διοικητικών δικαστηρίων, με την ίδρυση γραφείων τηλεματικής σε περιοχές όπου θα καταργηθούν τα δικαστήρια, αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τον Σεπτέμβριο του 2026.[32] Οι διοικητικοί δικαστές εξέφρασαν ανησυχίες για πιθανό περιορισμό της πρόσβασης στα δικαστήρια.[33] Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας εισάγουν ένα εμπροσθοβαρές σύστημα, σύμφωνα με το οποίο ο εισηγητής δικαστής διασφαλίζει ότι οι υποθέσεις προετοιμάζονται πλήρως πριν από τις ακροάσεις.[34] Μετά τις ανησυχίες που εξέφρασαν τόσο οι δικαστές όσο και οι δικηγόροι, υποστηρίζοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να επιβαρύνουν υπερβολικά τους διαδίκους με αυστηρές διαδικαστικές υποχρεώσεις και τους δικαστές με διοικητικά καθήκοντα λόγω υποστελέχωσης, το Υπουργείο Δικαιοσύνης συγκρότησε ομάδα εργασίας, με τη συμμετοχή ενώσεων δικαστών και δικηγόρων, για την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων.[35]
Αποδοτικότητα
Οι μεταρρυθμίσεις δείχνουν πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δικαιοσύνης, καθώς η διάρκεια των διαδικασιών έχει μειωθεί ελαφρώς, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή πρόκληση, ιδίως στον τομέα της αστικής δικαιοσύνης. Το 2024 ο χρόνος εκδίκασης αστικών και εμπορικών υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας στα πρωτοβάθμια δικαστήρια μειώθηκε ελαφρώς σε 737 ημέρες (σε σύγκριση με 771 ημέρες το 2023), αν και παρέμεινε ο μεγαλύτερος στην ΕΕ. Το ποσοστό διεκπεραίωσης των υποθέσεων αυτών μειώθηκε σημαντικά στο 81 % (92 % το 2022).[36] Η διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών παραμένει ένα ζήτημα για τους επιχειρηματίες που αναπτύσσονται.[37] Παράλληλα, τα πρώτα στατιστικά στοιχεία από τα τρία μεγαλύτερα δικαστήρια, μετά την εφαρμογή του νέου δικαστικού χάρτη για την αστική και ποινική δικαιοσύνη,[38] δείχνουν σημαντική βελτίωση τόσο στους χρόνους εκδίκασης όσο και στα ποσοστά διεκπεραίωσης. Συγκεκριμένα, ο εκτιμώμενος χρόνος για την έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το Πρωτοδικείο Αθηνών μειώθηκε σε 513 ημέρες (1.422 ημέρες πριν από τη μεταρρύθμιση), ενώ το ποσοστό έκκλησής του αυξήθηκε στο 100,8% (από 87,5%).[39] Όλοι οι ενδιαφερόμενοι στον τομέα της δικαιοσύνης συμφωνούν ότι ο νέος δικαστικός χάρτης αποφέρει ήδη θετικά αποτελέσματα και εάν συνεχιστούν αυτές οι τάσεις, θα σημειώσει σημαντική πρόοδο στη διαχείριση της δικαιοσύνης.[40] Όσον αφορά τις διοικητικές υποθέσεις, ο χρόνος εκδίκασης στα πρωτοβάθμια δικαστήρια παραμένει σταθερός στις 445 ημέρες το 2024 (439 ημέρες το 2023), με το ποσοστό διεκπεραίωσης να παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ (112 %, σε σύγκριση με 121 % το 2023). Η διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει βελτιωθεί, με τον χρόνο εκδίκασης να μειώνεται σε 966 ημέρες το 2024 (από 1.239 ημέρες το 2023). Οι δικαστές αποδίδουν τη βελτίωση αυτή εν μέρει στη μεταφορά ορισμένων κατηγοριών υποθέσεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.[41]
Οι προσπάθειες για την αποσυμφόρηση των πολιτικών δικαστηρίων και τη μείωση των καθυστερήσεων περιλαμβάνουν τη διαβίβαση υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας σε δικηγόρους και συμβολαιογράφους, την ψηφιακή δημοσίευση διαθηκών και την αναθεώρηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη στον τομέα της δικαιοσύνης έχουν επανειλημμένα επαινέσει τη μεταβίβαση δικαστικών, εκούσιας δικαιοδοσίας, καθηκόντων σε δικηγόρους και συμβολαιογράφους, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης ενώσεων, προκηρύξεων υποθηκών και πιστοποιητικών κληρονομίας.[42] Αυτές οι υποθέσεις αντιμετωπίζονται πλέον έγκαιρα, απελευθερώνοντας πόρους στο δικαστικό σύστημα. Η μεταφορά αυτή επεκτείνεται και στις διαταγές πληρωμής από τον Μάιο του 2026, με δικηγόρους και συμβολαιογράφους έτοιμους να αναλάβουν περαιτέρω εξωδικαστικές ευθύνες. Από τον Νοέμβριο του 2025 όλες οι διαθήκες δημοσιεύονται ψηφιακά μέσω της πλατφόρμας του μητρώου διαθηκών.[43] Οι συμβολαιογράφοι διασφαλίζουν τη γρήγορη έκδοση πιστοποιητικών και επικύρωση των διαθηκών, εξαλείφοντας έτσι την προηγούμενη χρονοβόρα δικαστική διαδικασία. Περαιτέρω βελτίωση της αποτελεσματικότητας αναμένεται από τη σύσταση ειδικών ποινικών τμημάτων στα Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης.[44] Οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων θεωρούν ότι η εξειδίκευση των δικαστών στο δίκαιο του ανταγωνισμού και στο φορολογικό δίκαιο θα μπορούσε να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα.[45] Νέες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επιβάλλουν αυστηρά όρια στις αναβολές της ακρόασης και στις προθεσμίες για την έκδοση αποφάσεων με κυρώσεις για μη συμμόρφωση.[46] Η εισαγωγή ετήσιων ανώτατων ορίων φόρτου υποθέσεων ανταποκρίνεται στο μακροχρόνιο αίτημα των δικαστών για μια πιο ισορροπημένη κατανομή υποθέσεων για την αποφυγή μεμονωμένων υπερβολών.[47] Ωστόσο, οι δικαστές προειδοποιούν ότι οι καθυστερήσεις σπάνια οφείλονται μόνο στις ατομικές επιδόσεις, προειδοποιώντας ότι η υπερβολική έμφαση στην ταχύτητα — ιδίως εάν συνδέεται με μισθολογικές ποινές — κινδυνεύει να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και την ποιότητα των αποφάσεων, ενώ διαρθρωτικά ζητήματα όπως η υποστελέχωση όσον αφορά το προσωπικό υποστήριξης και τα διοικητικά σημεία συμφόρησης παραμένουν ανεπίλυτα.[48]
Λαμβάνονται μέτρα για την αντιμετώπιση του ζητήματος της χαμηλής αποζημίωσης για δικαστικές καθυστερήσεις. Τον Αύγουστο του 2025 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι το σύστημα αποζημίωσης για δικαστικές καθυστερήσεις ήταν γενικά αναποτελεσματικό, καθώς τα ποσά που επιδικάστηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια ήταν σταθερά χαμηλότερα από τα ευρωπαϊκά πρότυπα.[49] Σε απάντηση, η κυβέρνηση συγκρότησε ομάδα εργασίας για τη μεταρρύθμιση του πλαισίου αποζημίωσης και την πρόταση νομοθετικών τροποποιήσεων, με στόχο την ευθυγράμμιση των ελληνικών κριτηρίων αποζημίωσης με τα πρότυπα της ΕΕ και τη διασφάλιση δικαιότερης αποζημίωσης για όσους πλήττονται από καθυστερήσεις.[50] Η αναθεώρηση του συστήματος αποζημίωσης ανταποκρίνεται επίσης σε ένα μακροχρόνιο αίτημα της Βουλής.[51]