ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ωὐτή — Ἡράκλειτος
ΑΠ Ολ. 6/2026 · Ν. 3869/2010 · Άρθρο 26 Σ

Τον Μάιο του 2026 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί τέλους καθαρόγραψε την υπ' αριθμ. 6/2026 Απόφασή της που έχει εκδόσει απο τις αρχές του έτους. Και αφού προετοίμασε το έδαφος η εκτελεστική εξουσία με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα ότι η ερμηνεία της απαιτούσε ερμηνεία, παρέμβηκε πάλι χωρίς καθυστέρηση σπεύδοντας να νομοθετήσει τη στρέβλωση. Με τον 5072/23 είχε παρέμβει για να νομοθετήσει την απόφαση 1/2023 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που εκδόθηκε σε χρόνο ρεκόρ σφραγίζοντας την ουσιαστική και δικονομική ωφέλεια των τραπεζών και των αντισυμβαλλόμενών τους. Τώρα για να συρρικνώσει την προστασία που αναγνώρισε στους δανειολήπτες ή Ολομέλεια.. Το προδικαστικό ερώτημα του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων κατ' άρθρ. 20Α ΚΠολΔ ήταν συγκεκριμένο: πώς υπολογίζεται το επιτόκιο στις δικαστικές ρυθμίσεις κύριας κατοικίας κατ' άρθρ. 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 — επί του συνολικού κεφαλαίου ή επί της μηνιαίας δόσης; Η ΑΠ απάντησε με σαφήνεια: επί της δόσης. Η εκτελεστική εξουσία προχώρησε σ' ἀλλη μια κρατική ενίσχυση προς τις τράπεζες, τους αγοραστές των δανείων κατσέλη και τους διαχειριστές τους. Που ισοδυναμεί με την ανερυθρίαστη δήλωση, ότι η έκταση της παρανομίας είναι τόσο μεγάλη, ώστε οι δανειολήπτες και οι εγγυητές τους πρέπει να την ανεχθούν, να θυσιαστούν και να αναλάβουν το βάρος και ας μην το οφείλουν. Κι οι "διανοούμενοι" και ιδίως της νομικής επιστήμης, σιωπούν και υπηρετούν.

Κεντρική Θέση

Ο νομοθέτης δεν «εφάρμοσε» την απόφαση του Αρείου Πάγου. Νομοθετώντας και Αποφασίζοντας ποιος ωφελείται, σε ποιο βαθμό και υπό ποιες εξαιρέσεις — υποκαθιστώντας τη δικαστική εξουσία σε ζήτημα που ανήκε αποκλειστικά σε αυτήν.

Το παρόν άρθρο αναπτύσσει τρεις αυτοτελείς συνταγματικές παραβάσεις — κάθε μία επαρκεί αυτοτελώς να θεμελιώσει αντισυνταγματικότητα που άγει στο ότι η εξαγγελθείσα νομοθετική ρύθμιση είναι ανίσχυρη.


Ι. Τι Είπε η ΑΠ Ολ. 6/2026 — και Τι Δεν Χρειαζόταν να Πει

Α. Η φύση της απόφασης: ερμηνεία, όχι ακύρωση

Η ΑΠ 6/2026 εκδόθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος — διαδικασία που δεν ακυρώνει κανόνα δικαίου, δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα, δεν ορίζει «από πότε» ισχύει κάτι. Η ΑΠ διαγιγνώσκει τι πάντα σήμαινε ο νόμος: ότι το άρθρ. 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, από της ψηφίσεώς του, επέβαλλε τον υπολογισμό του επιτοκίου επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου. Αυτό δεν είναι ερμηνευτική καινοτομία — είναι αποκάλυψη του ήδη ισχύοντος.

Η θέση αυτή έχει αδιαπέραστο θεωρητικό θεμέλιο. Ο Ronald Dworkin, στο Law's Empire (1986), αρνείται την ψευδή αντίθεση μεταξύ «ανεύρεσης» και «δημιουργίας» δικαίου: το δίκαιο υπάρχει ήδη ολόκληρο υπό μια ερμηνευτική θεωρία — η ερμηνεία δεν εφευρίσκει, αποκαλύπτει. Ο δικαστής που ερμηνεύει νόμο δεν νομοθετεί· αναγνωρίζει αυτό που πάντα ίσχυε. Αυτή η αρχή — γνωστή ως declaratory theory of adjudication, ή στα ελληνικά: αρχή της διακηρυκτικής φύσης της δικαστικής ερμηνείας — συνεπάγεται ότι δεν τίθεται κανένα «χρονικό σημείο έναρξης»: ο ορθός υπολογισμός ίσχυε από το 2010.

Η συνταγματική διάταξη του άρθρ. 77 παρ. 1 Σ δεν νομιμοποιεί την παρούσα παρέμβαση. Εδώ ο νομοθέτης δεν «ερμηνεύει» τον ν. 3869/2010 — αντικαθιστά το αποτέλεσμα συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης, ορίζοντας ποιος ωφελείται και ποιος όχι. Η αναδρομή που «παραχωρεί» είναι αντισυνταγματική.

Β. Η αυτονόητη αναδρομή και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός

Αν ο νόμος πάντα σήμαινε «επιτόκιο επί δόσης», τότε κάθε ποσό που καταβλήθηκε βάσει υπολογισμού «επί κεφαλαίου» καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη βάση. Γεννάται αυτονόητα αξίωση κατά άρθρ. 904 ΑΚ (αδικαιολόγητος πλουτισμός) από την ημέρα κάθε καταβολής — όχι από την ημέρα της ΑΠ 6/2026. Δεν χρειαζόταν κανείς νόμος για να «παραχωρήσει» αυτή την αξίωση. Υπήρχε ήδη.

Ο νομοθέτης που «αναγνωρίζει» την αναδρομή ως δική του παραχώρηση πράττει κάτι νομικά παράδοξο: νομοθετεί επί αξίωσης που ήδη γεννήθηκε αυτοδικαίως εκ του δικαίου — και στην πράξη την περιορίζει, αντί να την εφαρμόσει.


ΙΙ. Η Διολίσθηση: ΣτΕ Ολ. 1889/2019 ≠ ΑΠ Ολ. 6/2026

Α. Δύο ριζικά διαφορετικές περιπτώσεις

Η κυβέρνηση φαίνεται να επικαλείται, έμμεσα, το προηγούμενο του νόμου Κατρούγκαλου: εκεί η Ολομέλεια του ΣτΕ ακύρωσε κανονιστικές πράξεις ως αντισυνταγματικές, και ο νομοθέτης διαχειρίστηκε τα χρονικά αποτελέσματα. Αλλά η αναλογία είναι εσφαλμένη — και το σφάλμα είναι καίριο.

ΣτΕ Ολ. 1889/2019 (Κατρούγκαλος) ΑΠ Ολ. 6/2026 (ν. 3869/2010)
Φύση απόφασης Ακυρωτική — κήρυξε αντισυνταγματικότητα Ερμηνευτική — διαγνώστηκε το ήδη ισχύον
Χρονικό σημείο Καθορίστηκε από το ΣτΕ (ex nunc) Δεν υπάρχει — ισχύει ex tunc αυτονόητα
Νομοθετική παρέμβαση Αμφισβητήσιμη, αλλά έχει βάση Χωρίς νομικό έρεισμα — υποκαθιστά δικαστή
Αξίωση αναδρομής Αμφισβητούμενη — ακύρωση με μελλοντική ισχύ Αδιαμφισβήτητη — 904 ΑΚ από κάθε καταβολή
Διαθέσιμο ένδικο μέσο ΣτΕ ήδη αποφάνθηκε για τα αποτελέσματα Πιλοτική δίκη — δεν χρησιμοποιήθηκε
Σύγκριση: ακυρωτική vs ερμηνευτική απόφαση ως προς τα χρονικά αποτελέσματα

Β. Το αντεστραμμένο παράδοξο

Το παράδοξο είναι εντυπωσιακό στην ανεστραμμένη του λογική: στην περίπτωση ακύρωσης — που είναι δραματικότερη επέμβαση — το δικαστήριο διαχειρίζεται μόνο του τα αποτελέσματα χωρίς να χρειαστεί νόμος. Στην περίπτωση ερμηνείας — που είναι ηπιότερη — ο νομοθέτης θεωρεί ότι έχει λόγο να επέμβει. Η αναλογία είναι ανεστραμμένη· και αυτό αποκαλύπτει ότι το κίνητρο δεν είναι νομικό.

Γ. Η υποχρέωση που δεν εκπληρώθηκε: η πιλοτική δίκη

Αν οι τράπεζες πίστευαν ότι η ερμηνεία της ΑΠ δημιουργεί «κενό» ή «αβεβαιότητα», το ένδικο μέσο που είχαν στη διάθεσή τους ήταν η πιλοτική δίκη κατ' άρθρ. 780Α ΚΠολΔ — ή, προγενέστερα, συμμετοχή στη διαδικασία του προδικαστικού ερωτήματος ζητώντας ρύθμιση των αποτελεσμάτων. Δεν έπραξαν τίποτε από τα ανωτέρω.

Η Επιλογή που Δεν Έγινε
  • α) Η πιλοτική δίκη (άρθρ. 780Α ΚΠολΔ) επιτρέπει στο δικαστήριο να ρυθμίσει τα χρονικά αποτελέσματα της απόφασής του — αυτό ήταν το αρμόδιο μέσο.
  • β) Κανένα δικαστήριο δεν θα περιόριζε την αναδρομή με το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποίησε το ΣτΕ — διότι η νομική βάση δεν υπάρχει για ερμηνευτική απόφαση.
  • γ) Οι τράπεζες κατέφυγαν στον νομοθέτη επειδή ήξεραν ότι κανένα δικαστήριο δεν θα τις έσωζε. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η νομοθετική παρέμβαση δεν είναι «εφαρμογή» — είναι υποκατάσταση.

ΙΙΙ. Το Πιο Αποκαλυπτικό Παράδοξο: Η Εξαίρεση του Εξωδικαστικού

Α. Αυτό που η ΑΠ δεν είπε — και ο νομοθέτης αποφάσισε

Η ΑΠ 6/2026 ερμήνευσε αποκλειστικά το άρθρ. 9 παρ. 2 ν. 3869/2010. Δεν αναφέρθηκε καθόλου στον εξωδικαστικό μηχανισμό (ν. 4605/2019) — ούτε θα μπορούσε, αφού το προδικαστικό ερώτημα δεν το αφορούσε. Ο νομοθέτης εκμεταλλεύτηκε αυτή τη σιωπή για να εισαγάγει πρωτότυπη ρύθμιση: για τον εξωδικαστικό, το επιτόκιο συνεχίζει να υπολογίζεται τοκοχρεολυτικά επί του συνόλου.

Αυτό δεν είναι «εφαρμογή» της ΑΠ. Είναι νομοθέτηση αντίθετη στη λογική της ΑΠ, υπό το πρόσχημα εφαρμογής της.

Β. Το παράδειγμα — δύο πανομοιότυποι δανειολήπτες

Αριθμητικό Παράδειγμα — Ίδια Οφειλή, Διαφορετικός «Διάδρομος»

Αρχική οφειλή 100.000 € · Επιτόκιο 3% ετησίως · Διάρκεια 25 χρόνια (300 μήνες)

Οφειλέτης Α — Δικαστική Ρύθμιση (ν. 3869/2010)

Επιτόκιο επί μηνιαίας δόσης 400 € × 3%/12

~1 €

τόκος ανά μήνα

Συνολικός τόκος σε 250 μήνες:

~250 €

Οφειλέτης Β — Εξωδικαστικός (ν. 4605/2019)

Τοκοχρεολύσιο επί 100.000 € · 3% · 300 μήνες

474 €

μηνιαία δόση (έναντι 400 €)

Συνολικός τόκος σε 300 μήνες:

~42.000 €

Διαφορά συνολικής επιβάρυνσης μεταξύ ίδιων δανειοληπτών

+41.750 €

καταβάλλει ο Β επιπλέον — χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο διαφοροποίησης

Γ. Η παγίδα του εξωδικαστικού

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός προωθήθηκε από τις ίδιες κυβερνήσεις ως εναλλακτική της δικαστικής οδού — ταχύτερη, φιλικότερη για τον οφειλέτη, αποσυμφορητική για τα δικαστήρια. Χιλιάδες δανειολήπτες ενθαρρύνθηκαν να τον επιλέξουν αντί της δικαστικής οδού. Τώρα αποκαλύπτεται ότι αυτή η επιλογή τους κοστίζει δεκάδες χιλιάδες ευρώ σε σχέση με όσους κατέφυγαν στα δικαστήρια.

Η εικόνα που αναδύεται είναι σαφής: η ΑΠ αφέθηκε να «νικήσει» εκεί όπου το κόστος ήταν υπολογίσιμο — δικαστικές ρυθμίσεις — και «σταμάτησε» εκεί όπου το κόστος θα ήταν μεγαλύτερο — εξωδικαστικός. Ο νομοθέτης δεν εφαρμόζει απόφαση ΑΠ. Την περικόπτει.


IV. Τρεις Συνταγματικές Παραβάσεις

Α. Παραβίαση άρθρ. 26 Σ — Διάκριση Εξουσιών

Η Ολομέλεια του ΣτΕ, στις αποφάσεις επί νόμου Κατρούγκαλου (1889/2019), επεφύλαξε στον εαυτό της τον καθορισμό των χρονικών αποτελεσμάτων της ακυρωτικής απόφασής της. Αυτό δεν ήταν τυχαίο — απορρέει από τη συνταγματική αρχή ότι μόνο η δικαστική εξουσία νέμεται τα αποτελέσματα των αποφάσεών της.

Εδώ η ΑΠ εξέδωσε ερμηνευτική απόφαση. Δεν χρειαζόταν να ορίσει «χρονικό σημείο» — το ζήτημα δεν τίθεται για ερμηνευτικές αποφάσεις. Ο νομοθέτης παρενέβη εκεί που το δικαστήριο δεν του το ανέθεσε και δεν το χρειαζόταν. Άσκησε κρίση επί έννομων σχέσεων που ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων — μέσω νόμου. Αυτό είναι το ορισμό της παραβίασης του άρθρ. 26 Σ.

Β. Παραβίαση αρχής ισότητας (άρθρ. 4 Σ) — Αποκλεισμός εκπτώτων

Η ΑΠ δεν διαφοροποίησε μεταξύ «συνεπών» και «εκπτώτων» δανειοληπτών ως προς την ορθότητα του τρόπου υπολογισμού. Ερμήνευσε τον νόμο — και η ερμηνεία ισχύει για όλους. Ο νομοθέτης που αποκλείει τους εκπτώτους από την αναδρομική ελάφρυνση εφαρμόζει άνιση μεταχείριση χωρίς εύλογο και αντικειμενικό κριτήριο.

Ακόμα οξύτερο: οι εκπτωθέντες έγιναν έκπτωτοι συχνά ακριβώς επειδή οι δόσεις που τους επιβλήθηκαν ήταν υπέρογκες — υπολογισμένες με τη λανθασμένη μέθοδο που η ΑΠ απέρριψε. Τιμωρούνται τώρα με στέρηση του ωφελήματος εκ της ορθής ερμηνείας, ακριβώς λόγω της βλάβης που τους προκάλεσε η εσφαλμένη εφαρμογή.

Γ. Παραβίαση αρχής ασφάλειας δικαίου — Περικοπή αξίωσης 904 ΑΚ

Αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 ΑΚ) γεννάται αυτοδικαίως κατά τον χρόνο της αναίτιας καταβολής. Ο νομοθέτης που «αναγνωρίζει» την αναδρομή ως δική του παραχώρηση — και την περιορίζει σε συνεπείς δανειολήπτες ενεργών ρυθμίσεων — νομοθετεί κατά υφιστάμενων αξιώσεων. Αυτό αντίκειται στην αρχή ασφάλειας δικαίου και εγκυμονεί ζήτημα αναδρομικής νομοθετικής επέμβασης σε κεκτημένα δικαιώματα.


Διατακτικό — Πέντε Συμπεράσματα

Ι

Η ΑΠ Ολ. 6/2026 είναι ερμηνευτική απόφαση — όχι ακυρωτική. Η αναδρομή της δεν απαιτεί νομοθετική παραχώρηση. Απορρέει αυτονόητα από τη φύση της ερμηνείας και θεμελιώνει αξίωση 904 ΑΚ από κάθε αναίτια καταβολή.

ΙΙ

Η αναλογία με ΣτΕ 1889/2019 (Κατρούγκαλος) είναι εσφαλμένη. Εκεί ακυρώθηκε κανόνας δικαίου — εδώ ερμηνεύτηκε. Τα χρονικά αποτελέσματα ακύρωσης και ερμηνείας δεν υπακούουν στην ίδια λογική.

ΙΙΙ

Η νομοθετική παρέμβαση παραβιάζει το άρθρ. 26 Σ: ο νομοθέτης άσκησε κρίση επί έννομων σχέσεων που ανήκαν στη δικαστική εξουσία, αποφασίζοντας ο ίδιος ποιος ωφελείται από την ερμηνεία του ΑΠ.

IV

Ο αποκλεισμός των εκπτώτων παραβιάζει την αρχή ισότητας (άρθρ. 4 Σ): η ΑΠ δεν διαφοροποίησε — ο νομοθέτης επέβαλε διαφοροποίηση χωρίς εύλογο κριτήριο, τιμωρώντας όσους κατέστησαν έκπτωτοι εξαιτίας της εσφαλμένης μεθόδου που η ΑΠ απέρριψε.

V

Η εξαίρεση του εξωδικαστικού δεν έχει έρεισμα στην ΑΠ — αποτελεί πρωτότυπη νομοθετική ρύθμιση αντίθετη στη λογική της απόφασης, δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ οικονομικά ανάλογων δανειοληπτών, και αποκαλύπτει τον πραγματικό σκοπό της παρέμβασης: η ΑΠ δεν εφαρμόστηκε — περικόπηκε.

Debtwatch Hellas — Νομική Ανάλυση · Αθήνα, Ιούνιος 2026