ΙΈνα νόμισμα που διαρκώς υποτιμάται
Όταν οι καταγγελίες πληθαίνουν χωρίς αντίκρισμα, συμβαίνει ό,τι και με το χρήμα: υποτιμώνται. Κάθε νέα καταγγελία απαξιώνει την προηγούμενη· οι πομπώδεις ανακοινώσεις λειτουργούν ως το τυπωμένο χρήμα του δημόσιου λόγου· και οι μικρές δικαστικές νίκες — υπαρκτές, τιμητικές για όσους τις κερδίζουν — γίνονται ψιλά σε νόμισμα που χάνει συνεχώς την αγοραστική του δύναμη, ενώ το πρόβλημα, ο μόνος «πραγματικός» δείκτης, μεγαλώνει. Λειτουργεί εδώ ένας άτυπος νόμος του Γκρέσαμ: ο εύκολος καταγγελτικός λόγος εκτοπίζει τον ακριβό, τεκμηριωμένο λόγο, όπως το κακό νόμισμα εκτοπίζει το καλό.
Ας είμαστε όμως ακριβοδίκαιοι, γιατί το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη διάγνωσης — κάθε άλλο. Ο Κώστας Μελάς αρθρογραφεί συστηματικά εδώ και χρόνια, με εκατοντάδες κείμενα αφιερωμένα στην οικονομία, τις τράπεζες και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, εντοπίζοντας ανισορροπίες, αναλύοντας ισολογισμούς, αποκαλύπτοντας στρεβλώσεις — από τα ελληνικά ΜΕΔ έως το παγκόσμιο ναρκοπέδιο της ιδιωτικής πίστης1. Ο Κοσμάς Μαρινάκης δημοσιοποιεί πολύτιμη εθνική και ενωσιακή πληροφόρηση, εξηγώντας τις μακροοικονομικές συνέπειες με γλώσσα προσιτή στον πολίτη. Και δίπλα τους εργάζεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα αρθρογράφων, αναλυτών και ερευνητών — ο κατάλογος είναι αναγκαστικά ενδεικτικός, και κάθε απαρίθμηση θα αδικούσε όσους παραλείπει. Το έργο τους είναι εξαιρετικά σημαντικό και το παρόν κείμενο δεν στρέφεται εναντίον του· στηρίζεται επάνω του.
Το ζήτημα είναι άλλο: η ανάλυση σταματά συνήθως στο σημείο της διάγνωσης — όχι από ανεπάρκεια των διαγνωστών, αλλά επειδή η μετάφραση δεν είναι δουλειά τους. Είναι δουλειά που σήμερα δεν κάνει κανείς. Και εδώ ανοίγει το κενό ανάμεσα στην οικονομία και στο δίκαιο.
ΙΙΗ γλώσσα που κανείς δεν κατοικεί
Το κενό γίνεται απτό μόλις παρατεθούν οι δύο γλώσσες δίπλα-δίπλα:
Ο οικονομολόγος μπορεί να πει«Υπάρχει μεταφορά κινδύνου από τις τράπεζες προς το Δημόσιο.»
Ο νομικός των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να ρωτήσει«Συνιστά αυτό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»
Ο οικονομολόγος μπορεί να πει«Υπάρχει υπερκάλυψη κινδύνου μέσω εγγυήσεων.»
Ο νομικός πρέπει να ρωτήσει«Υπάρχει υπεραντιστάθμιση; Παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας;»
Ο οικονομολόγος μπορεί να πει«Παράγεται στρέβλωση αγοράς.»
Ο νομικός του ανταγωνισμού πρέπει να εξετάσει«Επηρεάζεται η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς;»
Η γλώσσα του δεύτερου μέρους — του άρθρου 107, της υπεραντιστάθμισης, της αναλογικότητας — συχνά χαρακτηρίζεται «εχθρική»: τεχνική, απρόσιτη, ξένη. Η ακριβέστερη λέξη όμως είναι ακατοίκητη. Δεν είναι εχθρική προς τον πολίτη· απλώς κανείς από την πλευρά του δεν την κατοικεί. Και ισχύει εδώ ένας σκληρός κανόνας: όποιος δεν μιλά τη γλώσσα των θεσμών, μιλιέται από άλλους — άλλοι διατυπώνουν τα ερωτήματα, άλλοι ορίζουν τι είναι «τεχνικά αναγκαίο», άλλοι γράφουν τα υπομνήματα που διαβάζουν οι επιτροπές. Η σιωπή του δεν είναι έλλειψη φωνής· είναι έλλειψη θέσης μέσα στο σύστημα που αποφασίζει.
ΙΙΙΤο λάθος πεδίο μάχης
Επί δεκαπέντε και πλέον χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος της αντίδρασης επικεντρώθηκε σε ανακοπές, σε πλειστηριασμούς, στη νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης, σε δικονομικά ζητήματα, σε επιμέρους ακυρότητες. Τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι αδιάφορα — κάποια χάρισαν πραγματικές νίκες. Αποτελούν όμως μάχες στο τελευταίο στάδιο της αλυσίδας. Όταν ο πολίτης φτάνει στην ανακοπή κατά του πλειστηριασμού, έχει ήδη προηγηθεί η τραπεζική κρίση, η κρατική παρέμβαση, οι εγγυήσεις, οι τιτλοποιήσεις, οι εποπτικές αποφάσεις, οι νομοθετικές μεταβολές, η συγκρότηση ολόκληρου του νέου θεσμικού οικοσυστήματος. Η σύγκρουση έχει ουσιαστικά κριθεί πολύ νωρίτερα. Ο δανειολήπτης πολεμά με σφεντόνα απέναντι σε οχυρό που χτίστηκε μια δεκαετία πριν φτάσει εκείνος στο πεδίο.
Γιατί οι νομικοί δεν εισέρχονται στον πυρήνα; Τρεις λόγοι, ο καθένας ανθρώπινα κατανοητός. Πρώτον, η εξειδίκευση: ο μέσος δικηγόρος γνωρίζει αστικό δίκαιο, δικονομία, εκτελεστική διαδικασία — δεν γνωρίζει αναγκαστικά κρατικές ενισχύσεις, δίκαιο ανταγωνισμού, τραπεζική εποπτεία, τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης, την Οδηγία για την ανάκαμψη και εξυγίανση των τραπεζών, την ενωσιακή οικονομική διακυβέρνηση. Δεύτερον, η οικονομική επιβίωση: ο δανειολήπτης δεν έχει την πολυτέλεια να χρηματοδοτήσει πολυετείς μελέτες, διεπιστημονικές ομάδες, πραγματογνώμονες — αγωνίζεται για την καθημερινή του επιβίωση, άρα η άμυνα γίνεται αναγκαστικά βραχυπρόθεσμη. Τρίτον, και ίσως σημαντικότερο, το νοητικό πλαίσιο: ακόμη και όσοι αντιδρούν, συχνά αποδέχονται σιωπηρά το βασικό αφήγημα — «η πολιτική ήταν σωστή· απλώς εφαρμόστηκε άδικα». Ενώ τα ερωτήματα ξεκινούν αλλιώς:
Είναι νόμιμη η ίδια η θεσμική αρχιτεκτονική;
Αυτό το ερώτημα αλλάζει όλη τη συζήτηση — μεταφέρει τη μάχη από το τελευταίο στάδιο της αλυσίδας στο πρώτο.
Το φαινόμενο του νοητικού πλαισίου έχει, άλλωστε, όνομα και θεωρία: είναι το Πεδίο Κοινωνικής Αποδοχής — το «παράθυρο Overton» — που ορίζει τι επιτρέπεται να αμφισβητηθεί, και η εσωτερικευμένη φρουρά του, η Ενδολογοκρισία: η αυτολογοκρισία που ενεργοποιείται πριν εμφανιστεί οποιοσδήποτε λογοκριτής. Και τα δύο μελετώνται συστηματικά στο ομώνυμο ερευνητικό πρόγραμμα· η θέση τους μέσα στη FAR αναπτύσσεται στο άρθρο-πύλη «Το Παράθυρο και ο Φύλακας».
IVΤο ερώτημα που δεν τέθηκε ποτέ — η ανατομία μιας έκβασης
Ότι η μετάφραση κρίνει το αποτέλεσμα δεν είναι υπόθεση εργασίας· υπάρχει φυσικό πείραμα που το αποδεικνύει, και αξίζει να μελετηθεί ως ανατομία μιας κριμένης έκβασης — όχι για να αναβιώσουμε μια υπόθεση, αλλά για να διδαχθούμε από τον τρόπο με τον οποίο κρίθηκε.
Δύο χώρες, η Ελλάδα και η Πολωνία, αντιμετώπισαν το ίδιο πρόβλημα: δεκάδες χιλιάδες στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο που εκτροχιάστηκαν όταν η ισοτιμία ανατράπηκε. Καμία από τις δύο δεν νομοθέτησε λύση — το πιστοποιεί η ίδια η Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που σημειώνει ότι στην Πολωνία ο νόμος μετατροπής συζητήθηκε αλλά δεν υλοποιήθηκε ποτέ, και κατατάσσει την Πολωνία και την Ελλάδα μαζί στις χώρες που δεν έλαβαν μέτρα στήριξης2. Και οι δύο χώρες πολέμησαν με το ίδιο όπλο: την Οδηγία 93/13 για τις καταχρηστικές ρήτρες. Η έκβαση όμως υπήρξε αντίθετη.
Στην Πολωνία, το δικαστήριο της Βαρσοβίας που δίκαζε την υπόθεση της οικογένειας Τζιούμπακ (Dziubak) διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης· η απάντηση του Οκτωβρίου 2019 άνοιξε τον δρόμο για την ακύρωση ολόκληρων συμβάσεων και γύρισε το ρεύμα υπέρ δεκάδων χιλιάδων εναγόντων3. Στην Ελλάδα, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε το 2019 ότι ο επίμαχος όρος αποπληρωμής με την τρέχουσα ισοτιμία είναι «δηλωτικός» — απηχεί το άρθρο 291 του Αστικού Κώδικα — και άρα δεν υπόκειται καν σε έλεγχο καταχρηστικότητας· έντεκα μέλη της Ολομέλειας μειοψήφησαν, κρίνοντας ότι η διάταξη αυτή δεν ήταν καν εφαρμοστέα στην επίδικη ρήτρα4. Και ενώ σύσσωμο το δικηγορικό σώμα, διά της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων, ζητούσε την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ένωσης, το ερώτημα δεν υποβλήθηκε ποτέ5.
Ίδια Οδηγία. Ίδια νομοθετική αδράνεια. Αντίθετα αποτελέσματα. Η μεταβλητή που έκρινε τη δεκαετία δεν ήταν το δίκαιο — ήταν ποιος διατύπωσε το ερώτημα, και αν διατυπώθηκε ποτέ. Τα πολωνικά δικαστήρια ρωτούσαν το Λουξεμβούργο ξανά και ξανά, στηριγμένα σε ένα οικοσύστημα θεσμικής υποστήριξης — τον χρηματοοικονομικό συνήγορο, την αρχή ανταγωνισμού που κατέθετε γνώμες σε ατομικές δίκες, εξειδικευμένα γραφεία, ακαδημαϊκούς. Ο έλληνας δανειολήπτης έφτασε στο ανώτατο δικαστήριο μόνος, με τη σφεντόνα της ατομικής αγωγής.
Το παρόν δεν αποτελεί νομική συμβουλή· δεν υπόσχεται την αναβίωση των υποθέσεων του ελβετικού φράγκου, οι οποίες έχουν κριθεί· και δεν είναι καταγγελία κατά προσώπων ή δικαστηρίων. Είναι ανατομία μιας θεσμικής έκβασης, με σκοπό τη μέθοδο, όχι τη θεραπεία. Ό,τι διδάσκει αφορά τις επόμενες μάχες, όχι την επανάληψη της χαμένης.
VΠοιο είναι το πραγματικό ακροατήριο
Αν το δίδαγμα είναι αυτό, τότε το πραγματικό ακροατήριο ενός παρατηρητηρίου νομιμότητας δεν είναι — όσο σκληρό κι αν ακούγεται — οι δανειολήπτες. Οι δανειολήπτες είναι ήδη εξαντλημένοι· δεν χρειάζονται άλλη μία επιβεβαίωση του προβλήματός τους, χρειάζονται ανθρώπους που θα πολεμήσουν στο σωστό πεδίο για λογαριασμό της υπόθεσης. Το πραγματικό ακροατήριο είναι όσοι μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα μεταξύ οικονομικής ανάλυσης και ενωσιακής νομιμότητας: οι νέοι νομικοί, οι πανεπιστημιακοί, οι οικονομολόγοι, οι ερευνητές, οι δικαστές, οι δημοσιογράφοι ειδικού σκοπού, οι αρχές ανταγωνισμού — εθνική και ευρωπαϊκή — και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί. Άνθρωποι που δεν χρειάζεται να συμφωνούν μεταξύ τους. Χρειάζεται μόνο να γνωρίζουν ότι το πεδίο υπάρχει.
VIΤα προηγούμενα: πώς συγκροτήθηκαν αλλού γνωσιακές συμμαχίες
Αυτό που λείπει έχει όνομα στις κοινωνικές επιστήμες: γνωσιακή συμμαχία (epistemic coalition) — άνθρωποι διαφορετικών επιστημών που μιλούν κοινή γλώσσα πάνω σε κοινό αντικείμενο. Δεν σχηματίζεται εύκολα, γιατί κάθε ομάδα ζει σε άλλον κόσμο και πληρώνεται σε άλλο νόμισμα: ο πανεπιστημιακός χρειάζεται δημοσιεύσεις, ο δημοσιογράφος είδηση, ο δικηγόρος το αυριανό ακροατήριο, ο δανειολήπτης την επιβίωση. Υπάρχουν όμως προηγούμενα που δείχνουν ότι γίνεται.
Στην Ισλανδία, μετά την κρίση του 2008, οικονομολόγοι, νομικοί, ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι και οργανώσεις πολιτών παρήγαγαν εναλλακτικές αναγνώσεις της τραπεζικής κατάρρευσης — η αφετηρία δεν ήταν τα κόμματα. Στην Ισπανία, η Πλατφόρμα των Θιγομένων από την Υποθήκη (PAH) ξεκίνησε από δανειολήπτες αλλά εξελίχθηκε σε δίκτυο κοινωνιολόγων, νομικών και ερευνητών — και από το οικοσύστημά της βγήκε η υπόθεση Αζίζ (Aziz), όπου ένα και μόνο προδικαστικό ερώτημα δικαστή της Βαρκελώνης, με όχημα την ίδια Οδηγία 93/13, ανέτρεψε το ισπανικό σύστημα ενυπόθηκης εκτέλεσης. Στις Βρυξέλλες, το Finance Watch ιδρύθηκε το 2011 ακριβώς ως αντίβαρο τεχνογνωσίας απέναντι στο χρηματοπιστωτικό λόμπι — και δέχεται οργανώσεις-μέλη από όλη την Ένωση. Και το Δίκτυο Φορολογικής Δικαιοσύνης (Tax Justice Network) απέδειξε το ριζικότερο: μια μικρή ομάδα που δεν έφτιαξε σύλλογο αλλά έννοιες και έναν δείκτη — τον Δείκτη Χρηματοοικονομικής Μυστικότητας — επανακαθόρισε μέσα σε μία δεκαετία την παγκόσμια συζήτηση για τους φορολογικούς παραδείσους.
Το κοινό μοτίβο όλων: το τεχνούργημα προηγείται της δομής. Οι άνθρωποι δεν συσπειρώνονται γύρω από προσκλήσεις· συσπειρώνονται γύρω από πράγματα που ήδη υπάρχουν και δουλεύουν — ένα δικόγραφο, ένα εγχειρίδιο, έναν δείκτη, ένα έγγραφο εργασίας.
VIIΗ πρόταση: Ερευνητικό Δίκτυο DebtWatch
Όχι άλλος σύλλογος. Όχι άλλη πλατφόρμα καταγγελιών. Ένα Ερευνητικό Δίκτυο DebtWatch (DebtWatch Research Network) με αποστολή τη διεπιστημονική μελέτη της πολιτικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων υπό το πρίσμα της οικονομίας, του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων, του ανταγωνισμού, των κανόνων της εσωτερικής αγοράς και των θεμελιωδών δικαιωμάτων — δηλαδή ένα «παρατηρητήριο νομιμότητας της πολιτικής ΜΕΔ», χώρο που σήμερα δεν καλύπτει κανείς. Με τέσσερα εργαλεία, καθένα από τα οποία πληρώνει σε διαφορετικό νόμισμα το ακροατήριο που θέλει να κερδίσει:
- Έγγραφα Εργασίας DebtWatch (DebtWatch Papers) — σύντομα, έως είκοσι σελίδες, ένα θέμα το καθένα, με σταθερή δομή που διατρέχει το οικονομικό γεγονός, τη λογιστική του διάσταση, τις κρατικές ενισχύσεις, τον ανταγωνισμό, τα θεμελιώδη δικαιώματα, και καταλήγει σε συμπέρασμα — ώστε να μπορεί να το διαβάσει ακαδημαϊκός, να το επικαλεστεί δικηγόρος, να το αξιοποιήσει δημοσιογράφος, να το καταθέσει ευρωβουλευτής.
- Η στήλη «Η Μετάφραση» — σε κάθε τεύχος, μία πρόσφατη οικονομική διαπίστωση επώνυμου αναλυτή, με πλήρη παραπομπή και τιμή στον συντάκτη της, μεταφράζεται στα ερωτήματα του θεσμικού λόγου: υπάρχει επιλεκτικό πλεονέκτημα; υπάρχει υπεραντιστάθμιση; θίγεται η εσωτερική αγορά;
- Ένας ετήσιος δείκτης — γιατί η πλευρά της αγοράς διαθέτει δεδομένα, ενώ η πλευρά της νομιμότητας διαθέτει μόνο επίθετα· ένας αριθμός τον χρόνο, τεκμηριωμένος και επαναλήψιμος, είναι ό,τι χρειάζεται ο δημοσιογράφος και ό,τι δεν μπορεί να αγνοήσει ο θεσμός.
- Ο χάρτης των ενδιαφερομένων — πενήντα έως εκατό πρόσωπα από την οικονομία, το δίκαιο, τη δημοσιογραφία, τη δικαιοσύνη και τους ευρωπαϊκούς κύκλους· όχι κατάλογος «συμμάχων» αλλά λίστα διανομής και δεξαμενή κριτικών αναγνωστών, με περιοδικές διαδικτυακές συναντήσεις γύρω από συγκεκριμένο κάθε φορά έγγραφο.
Και μία γλώσσα που τα συνέχει όλα: το καρουζέλ των πέντε αξόνων. Η οικονομία, η πολιτική, η δικαιοσύνη, η κοινωνία και η φιλοσοφία δεν είναι πέντε ξεχωριστές στήλες περιεχομένου· είναι πέντε θέσεις παρατήρησης γύρω από το ίδιο αντικείμενο. Από κάθε μεμονωμένη θέση, το φαινόμενο δείχνει αθώο — ο επόπτης βλέπει δείκτες, ο δικαστής μία έγκυρη σύμβαση, η στατιστική μία μείωση. Η παθολογία κατοικεί στις σχέσεις ανάμεσα στις θέσεις, εκεί όπου κανένα θεσμικό βλέμμα δεν έχει εντολή να κοιτάξει· γι' αυτό η δυσκολία της διάγνωσης και το ίδιο το πρόβλημα έχουν κοινή ρίζα. Μόνο η πλήρης περιστροφή αποκαλύπτει τον βρόχο — και η εντολή του Debtwatch είναι ακριβώς αυτή: η περιστροφή. Η πλήρης ανάπτυξη της μεθόδου περιλαμβάνεται στο πρώτο Έγγραφο Εργασίας.
VIIIΤο διαφέρον
Ο Ηράκλειτος διέσωσε σε μία φράση όλη τη θεωρία του εγχειρήματος: ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν — από τα διαφέροντα, η ωραιότερη αρμονία. Και αλλού: καὶ δίκην ἔριν — η δίκη είναι έρις. Η αμφισβήτηση δεν διαταράσσει την τάξη· είναι ο μηχανισμός διά του οποίου η δικαιοσύνη γίνεται. Ένα σύστημα που φιλτράρει κάθε αντίλογο ως θόρυβο δεν επιτυγχάνει αρμονία — μένει με τη νεκρή χορδή ενός κομμένου τόξου. Το Debtwatch φιλοδοξεί να είναι το διαφέρον: η αντίρροπη τάση που δεν γκρεμίζει το τόξο, αλλά του ξαναδίνει τη δεύτερη πλευρά του.
Το πρώτο Έγγραφο Εργασίας — «Το Πρωτόκολλο της Μετάφρασης», το
μεθοδολογικό θεμέλιο του Δικτύου, με το πλέγμα μετάφρασης, το καρουζέλ των πέντε
αξόνων και υπόδειγμα προδικαστικού ερωτήματος — είναι διαθέσιμο
εδώ.
Για το δεύτερο — «Οι κρατικές εγγυήσεις του προγράμματος Ηρακλής και το άρθρο 107
της Συνθήκης» — αναζητούνται κριτικοί αναγνώστες: οικονομολόγοι,
νομικοί κρατικών ενισχύσεων και ανταγωνισμού, λογιστές τραπεζικών ισολογισμών,
ερευνητές. Δεν χρειάζεται να συμφωνείτε με τα συμπεράσματα· χρειάζεται να
ελέγξετε τη μέθοδο. Επικοινωνία μέσω της σελίδας
Επικοινωνία του παρατηρητηρίου.